| Πόσο θα μου κοστίσει.Κάντε ένα γρήγορο υπολογισμό. |
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator Κυριακή, 23 Μάρτιος 2008 12:39
Η ωρίμανση της αγοράς, ο αυξημένος ανταγωνισμός και η δημιουργία ρηξικέλευθων προϊόντων αλλάζουν τις προτιμήσεις του κοινού.Σημαντικές διαφοροποιήσεις έχουν επέλθει την τελευταία τετραετία στη σύνθεση των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα της ωρίμανσης της αγοράς, του αυξημένου ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και της δημιουργίας καινοτόμων προϊόντων με στόχο την προσέλκυση νέων ομάδων του πληθυσμού και την πληρέστερη κάλυψη των αναγκών τόσο των ιδιωτών όσο και των επιχειρήσεων. Οπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, τόσο στην καταναλωτική όσο και στην επιχειρηματική πίστη παρατηρείται σημαντική αύξηση του ποσοστού των δανείων με μακροπρόθεσμη διάρκεια εις βάρος των δανειακών συμβάσεων με περίοδο εξόφλησης μικρότερη των δύο ετών. Την ίδια περίοδο στη στεγαστική πίστη έχουν αυξηθεί σημαντικά τα δάνεια με διάρκεια πάνω από 26 χρόνια εις βάρος των δανείων με διάρκεια μικρότερη των 15 ετών.
Αναλυτικότερα, τον Ιανουάριο του 2008 ένα στα τρία καταναλωτικά δάνεια είχαν περίοδο εξόφλησης πάνω από πέντε έτη, έναντι μόλις 5% τον Ιανουάριο του 2004 και 10% στις αρχές του 2006, ενώ το ποσοστό των χρηματοδοτήσεων με περίοδο αποπληρωμής ως και πέντε έτη μειώθηκε την εξεταζόμενη τετραετία από 95% σε 66%. Στη στεγαστική πίστη, το 35% των δανείων το 2007 είχαν διάρκεια μεγαλύτερη των 26 ετών, έναντι μόλις 5% το 2004, ενώ τα δάνεια με διάρκεια μικρότερη των 15 ετών ως ποσοστό του συνόλου των χρηματοδοτήσεων της κατηγορίας έχουν υποχωρήσει από το 40% στο 23%. Ανάλογη είναι η εικόνα και στις χορηγήσεις προς επιχειρήσεις, όπου τα δάνεια με διάρκεια άνω των πέντε ετών αποτελούν πλέον το 33% επί του συνόλου, έναντι περίπου 25% πριν από τέσσερα χρόνια.
Τραπεζικοί επισημαίνουν ότι είναι λογικό τόσο οι ιδιώτες όσο και οι
επιχειρήσεις ή οι επαγγελματίες να στρέφονται σε δανειακά προϊόντα με μεγάλη
διάρκεια εξόφλησης, καθώς αυτό τούς εξασφαλίζει χαμηλότερες μηνιαίες δόσεις
και άρα περισσότερο άνετη αποπληρωμή. Προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται και
τα αρμόδια τμήματα των τραπεζών, τα οποία δημιουργούν προγράμματα με μεγάλη
περίοδο εξόφλησης, ούτως ώστε όλο και περισσότεροι πελάτες να μπορούν να
χρηματοδοτηθούν. Αλλωστε ένα από τα βασικότερα κριτήρια που χρησιμοποιούν οι
τράπεζες κατά τη διαδικασία εξέτασης ενός αιτήματος δανειοδότησης είναι οι
συνολικές μηνιαίες δόσεις να μην υπερβαίνουν το 40%-50% του εισοδήματος του
δανειολήπτη. Με τη μείωση λοιπόν των μηναίων δόσεων αυξάνεται τεχνητά η
πιστοληπτική ικανότητα ενός υποψηφίου πελάτη, δίνοντας τη δυνατότητα στις
τράπεζες να χορηγήσουν περισσότερα δάνεια, ακολουθώντας ταυτόχρονα τις
συστάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Αυτό βέβαια έχει το μειονέκτημα της
αύξησης του ρίσκου για τα πιστωτικά ιδρύματα, ωστόσο σε περιόδους έντονου
ανταγωνισμού και υψηλής κερδοφορίας το γεγονός αυτό λαμβάνεται υπόψη σε
μικρότερο βαθμό.